Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

ΦΑΡΑΙ







Αυτή τη πόλη ο Όμηρος  την λέει « ευκτισμένη», που πά να πει ωριόκτιστη με κτίρια και παλάτια, δρόμους μεγάλους κι' ανοιχτούς, με ναυτικούς περίσσιους που με τα μαύρα πλοία τους μαζεύανε χρυσάφια και πλιάτσικα ένα σωρό και κλέβανε φοράδες, αλόγατα και πρόβατα, κ’ είχε η πόλη όλη ανάκτορα θεόκτιστα και λαμπερά παλάτια και βασιλιά το Διοκλή που και οι δύο γιοι του σκοτώθηκαν στο Ίλιο απ’ του Αινεία τα χέρια.
Και αφηγείται ο Όμηρος πως σε αυτή τη πόλη :



     Κι’ ο ήλιος ως πήρε και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι
Φτασμένοι στη Φηρή βρεθήκανε, μπρος στου Διοκλή το σπίτι,
Που ήταν ο γιος του ρήγα Ορτίλοχου και τ’ Αλφειού τ’ αγγόνι.
Αυτός εκεί τους καλοσκάμνισε και πέρασαν τη νύχτα"

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή)




















Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη







Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη
Ζέψαν τ’ αλόγατα κι ανέβηκαν στο πλουμισμένο αμάξι,
Και βγήκαν έξω από την αυλόπορτα και το βουερό χαγιάτι.
Δίνει βιτσιά να φύγουν τ’ αλόγα,, κι αυτά, γοργά ως πετούσαν,
Σε λίγο φτάσαν στο πολύσταρο τον κάμπο και τελεύαν
Το δρόμο μ’ τέτοια ορμή τ’ αλόγατα τα γρήγορα τους σέρναν


Και πήρε ο γήλιος και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι».








Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΘΟΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΡΡΟΗΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

ο "Χρυσορρόης" ποταμός,

 Ογδοήκοντα στάδια μακριά, από τη παραλία των Φαρών, "εν μεσογαίω", κάπως έτσι γράφει ο Παυσανίας, ορίζοντας το τόπο που έρεε ο "Χρυσορρόης" ποταμός, που είναι ακόμα εκεί.  μόνο  έτσι σήμερα γεμάτος τσιμέντο, ορόσημο γίνεται ενός εφιάλτη  από το πέρασμα των Φράγκων και των γραικύλων,
Γι΄αυτό και πάλι να φύγεις θέλεις, να μη βλέπεις αυτό το βιασμό της φύσης, της μνήμης και της ιστορίας`  να χαθείς πάνω στους κοντινούς λόφους,   να βρεις τα σημάδια από τις αρχαίες πόλεις,  τα ερείπια από τους ναούς, τα θέατρα και τα κάστρα των Μυκηναίων  και δίπλα τους τ’ άλλα  μεγάλα τείχη  που έχτισε ο μεγάλος Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας, 
Να συλλογιστείς θέλεις, κει πάνω στους λόφους, "στα Ελληνικά" παραδίπλα  στα «Καταφύγια»  που λένε οι χωριάτες του Μυκηναϊκούς τάφους όπου, αποθέτανε λατρευτικά οι Ατρείδες τους νεκρούς τους. 
Να βηματίσεις παραδίπλα στ’  αχνάρια που άφησαν  Μεσσήνιοι φυγάδες, Δωριείς, και πιο ψηλά να βρεις τις γραφές από τα περάσματα του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα πούβαζε "μεσ' το θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι" πρωτοξεκινώντας την Επανάσταση του 1821.... 




 Ο "ΧΡΥΣΟΡΡΟΗΣ",  το "τζιρόρεμα" που λένε  σήμερα  οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, βορινά, πριν το γεφυράκι που υπάρχει εκεί και πριν διασχίσει την Θουρία,  ντροπιαστικά γεμάτος πλαστικές σακούλες και απορρίμματα,     και ας το ξέρανε, από παλιά, οι ντόπιοι, πως χρυσάφια κατέβαζε με τα νερά του ! (φωτ. 30-10-2013).

Όλοι το ξέρανε,  πως κατέβαζε με τα νερά του, ψήγματα χρυσού, και τρέχανε οι γυναίκες και παιδιά και ηλικιωμένοι,   με κρησάρες, τσιμπιδάκια και  δακτυλήθρες, και  μαζεύαν κόκκους χρυσού, να παγαίνουνε μετά στη Καλαμάτα, να πουλάνε, στους σαράφηδες και χρυσοχόους, για το χαρτζιλίκι τους.
Έτσι γινότανε μέχρι το 1945 περίπου. Μου τόλεγε ο πατέρας μου που γεννημένος στην ΄Ανθεια ήτανε, και τα ίδια μου λέγανε μετά, ο μπάρμπα Αντώνης και ο Ντίνος Ζέρβας στην Άνθεια, που όλο υποσχέσεις ήτανε πως θα  μου δείξουν  και το μέρος που μαζεύανε τους κόκκους χρυσού, κει κάτω στην καθαρή άμμο που σωρευότανε στην άκρες του «Ξερίλα»,   κάτω από το εκκλησάκι  των "Αγίων Αναργύρων", και υπολείμματα πέτρινων πάγκων, δίπλα στο εκκλησάκι, που λέγανε πως εκεί επεξεργασία κάνανε οι Μυκηναίοι που συνήθειο είχανε να "χρυσώνουνε" τους νεκρούς τους, και για κάτι "κατακόμβες" μιλάγανε κάτω από το εκκλησάκι, αλλά εγώ χρόνο δεν είχα, να τρέχω στις ερημιές, μέχρι που δεν προλάβαμε, γιατί  εκείνοι φύγανε  για το μεγάλο ταξίδι και χάθηκε η γνώση και οι ιστορίες τους.
Όμως να το ξέρετε, ας έχει ξεχαστεί, ότι το 1899 ο Αναστ. Κουτουμάνος  είχε στείλει ψήγματα χρυσού από το "Χρυσορρόη",  στον τότε Υπουργό Οικονομικών  Σιμόπουλο, να τα δούνε οι Αθηναίοι να τα ξετάσουνε, μήπως ενδιαφερθεί κανείς και στείλουν  ειδικούς  να ελέγξουν  αν υπάρχει κοίτασμα και πόσο εκμεταλλεύσιμο  είναι. 
Τίποτα όμως ποτέ δεν έγινε  και το 1908 ο  Κουτουμάνος  σε αναφορά του γράφει ότι :

 « Ουδαμού ανεγράφετο και ουδείς εγίγνωσκεν  ότι εν τη περιφερεία των Καλαμών κατά προϊστορικούς  χρόνους διενεργείτο μεγάλη παραγωγή σιδήρου και δη χάλυβος αρίστης ποιότητος, και ημείς αφορμήν… λαβόντες προς εξερεύνησιν και εξήγησιν των …..της Θουρίας, ανευρισκομένων ψηγμάτων καθαρού χρυσού ...ηναγκάσθημεν  να προβώμεν εις  Γεωλογικάς και ορυκτολογικάς, κατά το εφικτόν ημών, μελέτας, εξ’ ων προέκυψε και η ανέυρεσις του…  μαγγανιομιγούς σιδήρου, εξ’ ούτινος μεγάλην, καθ’ α εξάγεται εκ των εν αυτώ συναντωμένων στοών, εν αις καταφανέστατα τα ίχνη της σμίλης των αρχαίων, ποσότητα εξήγαγον οι αρχαίοι......».


Και  ευτυχώς!, ποτέ, τίποτα δε γινότανε, κανένα ενδιαφέρον από κανέναν  υπήρξε, και καλλίτερα που γίνηκε έτσι,  να μένει δηλαδή  ο τόπος ανέγγιχτος, μέσα στην εγκατάλειψη και τη σιωπή και τη λησμονιά του,  γιατί μόνο έτσι σωζόταν από το Κράτος των Αθηνών, που θα ΄ρχότανε  μόνο να πάρει, ληστεύοντας και καταστρέφοντας , όπως γινότανε  πάντοτε σε τούτο το τόπο... 
Και συνέχισε ο  Κουτουμάνος να γράφει, να  βασανίζεται, να θυμίζει και να ενοχλεί με τις αναφορές του, ακόμα και το 1938 γράφοντας ότι :

«...Νυν με αφετηρία πάλιν τας Καλάμας ας κατευθυνθώμεν προς δυσμάς  διασχίζοντες την ερυβώλακα Μεσσηνίαν… Εάν διέλθωμεν δια Θουρίας…. Θα ακούσωμεν παρά τούτων, ότι εν  τοις ρείθροις των εκεί και παρά ταις οικίαις της  δυτικής πλευράς χειμάρρου συναντώνται από παλαιών χρόνων ψήγματα χρυσού κατειργασμένου εις σχήματα  ακίδων, φυλλαρίων, αλυσίδων, διατρήτων χανδρών κτλ.    εξ' ων και εγώ αυτός εκεί που δια πλύσεως της    άμμου, ην έλαβον…. εντός    κεκλιμένης σκάφης εύρον, άτινα και απέστειλα…τω αειμνήστω Αναργ. Σιμόπούλω,  Υπουργώ τότε των Οικονομικών. Επίσης εις ολίγην από  του ειρημένου χωρίου απόστασιν και εις θέσιν  «Ελληνικά» ανεύρον τότε μεγαλοπρεπή δεξαμενήν  λελαξευμένην επί συμπαγούς ψαμμίτου, και προσέτι   ενιαχού του εκεί ελαιώνος εύρον υδροσωλήνας μετά  αφθόνου υλικού πηλίνων συμφυρμάτων...». 

 Όλοι λοιπόν ξέρανε για το χρυσό, ακόμα και κείνος ο περίφημος παλιός θουριάτης γιατρός, ο  "γέρο Τσάκαλος" θυμότανε, μέχρι το 1975, το χρυσό που κατέβαζε με τις βροχές ο «Ξερίλας» δημοσιεύοντας  τότε στις εφημερίδες ότι :

 «Ενθυμούμαι...ότι εις τον Ξερίλα αυτό, μετά τα πρωτοβρόχια, πήγαιναν ορισμένοι κάτοικοι της περιοχής και μάζευαν ψήγματα χρυσού….Τα ψήγματα αυτά του χρυσού τα εμάζευαν άλλοι με τσιμπιδάκια και άλλοι με βελόνες και τα τοποθετούσαν μέσα σε δαχτυλήθρες του ραψίματος. Όταν εμάζευαν αρκετή ποσότητα, την πουλούσαν στους χρυσοχόους, ιδίως της Καλαμάτας. Περιοχή την οποία προτιμούσαν για το μάζεμα των ψηγμάτων ήτανε τα μέρη της κοίτης του Ξερίλα που βρισκόταν στο ύψος της μονής Αγίων Αναργύρων. Διαλέγανε χώρους μέσα στη κοίτη, κοντά στις όχθες του χειμάρρου και σε λακκούβες με άμμο. Φαίνεται πως εκεί ευρίσκανε τα περισσότερα ψήγματα χρυσού».

Και είναι ο Χρυσορρόης, που "ξερίλα" τον λένε σήμερα, κολοβωμένος, και άγνωστο γιατί, τεχνικό τσιμεντένιο έργο  έγινε,  τσιμεντένιος ανοιχτός οχετός, να τρέχουνε «τα όμβρια» και άλλα ύδατα, όπως κάνανε και στο Νέδοντα ποταμοχείμαρρο  της Καλαμάτας,  γιατί φαίνεται  έτσι  πια, συνηθίζουν να κάνουνε στα  ποτάμια, στο τόπο. στη μνήμη και την ιστορία μας, οι ανά τετραετία εκλεγόμενοι άρχοντες ,  γραικύλοι…



Ο Χρυσορρόης,  από τα βορινά, μετά το γεφυράκι,  μπαίνοντας στη  Θουρία, όπως  "τσιμενταρισμένος" είναι σήμερα! φωτο 30-10-2013)




ΘΟΥΡΙΑ: Μια υπέροχη "θουριάτικη" αρχιτεκτονική, σημαδεύεται 
οικτρά από το μπετονένιο "ξερίλα".( φωτο 30-10-2013)

Σημειώσεις : 
1/ο γιατρός, Δημήτριος Τσάκαλος  γεννήθηκε στη Θουρία το 1902 και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στη συνέχεια σπούδασε φυματιολόγος στην Ελβετία. Έγραψε πολλά επιστημονικά συγγράμματα και ήταν γνωστός μεγάλου κύρους επιστήμονας. Άγνωστος και απόλυτα ξεχασμένος σήμερα.
2/Υπάρχει η άποψη ότι τα ψήγματα χρυσού, που μαζεύαν οι χωριάτες της περιοχής, τα περισσότερα ήταν κατεργασμένα, γεγονός που γεννά την υποψία ή βεβαιότητα ότι, τα ψήγματα χρυσού ήταν φερτά με τα νερά του χειμάρρου που έρεαν μέσα από μυκηναϊκούς τάφους που σπαρμένος ο τόπος.







Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΘΟΥΡΙΑΤΗΣ ΛΟΓΟΣ.



Ο  τόπος και τα σημάδια του, τα χρώματα κ’ οι άνθρωποί του, όλα αυτά χαραγμένα πάνω, στη διπλή ανάταση της Ιθώμης, στο μέτωπο του Ιθωμάτα Δία  που λένε πως ζούσε ακόμα, μέσα στα νερά της κλεψύδρας, πίσω από τα τείχη της Μεσσήνης, στις φλέβες του Παμίσου, στους λόφους της Άνθειας, στο Χρυσορρόη ποταμό, τη Πύλο, τη Κορώνη, την Α βία και τις Φαρές, μέχρι κει κάτω στη Μακαρία γη και Θουριάτη κόλπο.
Ο τόπος μου, γεμάτος μνήμες, σπαράγματα αλλοτινών εποχών, μύθους και παραμύθια. Όλα σε μια αδιάσπαστη συνέχεια  να ζυμώνονται γύρω μου, μέσα στα χώματα και τους ανθρώπους που συνεχίζουν  να μιλάνε την ίδια γλώσσα, που μίλαγε ο Όμηρος, τις ίδιες παραδόσεις φέρνουνε, για δημοκρατία, τους σοφούς, τον Πλάτωνα, και Αριστοτέλη, το Μεγαλέξανδρο και Διγενή Ακρίτα, την Πόλη και τους Φράγκους. Τον ίδιο ίσκιο ρίχνει, κρεμάμενο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, το πολύχρωμο γαλαζωπό βουνό «Καλάθι», την ίδια θάλασσα αντικρίζουμε, αν και γεμάτη πίσσες και απορρίμματα, τους ίδιους «δίδυμους ύβους» της Ιθώμης ατενίζουμε και  πάνω τους τον Iθωμάτα Δία,  μεσ’ από τα πανάρχαια χρόνια,  που ομίχλη γίνανε κι’ απέραντος ουρανός.
O μικρός μου τόπος, που αιώνες τώρα μένουν, τα ίδια ονόματα να τον χαράζουν, μαζί με παραμύθια για τον Αριστόδημο και Αριστομένη, τους Πελοποννησιακούς Πολέμους, τον AηΓιώργη και AηΔημήτρη με τα κοντάρια τους, τον Άγιο Νίκωνα «τον Μετανοείτε» που μακέλεψε τους Μανιάτες να κάνει χριστιανούς, το αντάρτικο στον Ταΰγετο, τους χιλιάδες πολίτες που σφαγιάσανε Γερμανοί και ταγματασφαλίτες ολόγυρα στο Νέδοντα..
Αυτός ο τόπος, που στη ψυχή του μέσα έχει ακόμα το  Κολοκοτρώνη και Παπαφλέσσα, τον Γκρίτζαλη και Tζαμαλή, τον Πλήθωνα Γεμιστό, τον Νικολάου Μεθώνης, το γένος ολάκερο ατέλειωτο ποτάμι να ξεχύνεται γύρω μας στους αιώνες των αιώνων. Και θυμάμαι τη γιαγιά μου, από το Mπρίκι της  «Μέσα Μάνης»  που με λαχτάρα  φώναζε, σαν γύριζα απ’ το  σχολειό μου,     « καλόστoνε το κούρο μου!» και μέτραγε το χρόνο από τον AηΓιώργη έως τον AηΔημήτρη. Τη θυμάμαι τη γριά μανιάτισσα, που πονάγανε τα βαθειά γεράματα, κι’ όλο  βλαστήμαγε  « Μα το Διά !» παγαίνοντας ν’ ανάψει τα καντήλια στο βυζαντινό εκκλησάκι, κει πέρα στον Kάμπο, πώχει στον τρούλο τον Παντοκράτορα και ολόγυρά του, σα στεφάνι, τα «ζώδια»  ζωγραφισμένα. Θυμάμαι ακόμα, κείνο το μανιάτη πειρατή,  το γέρο Λεωνίδα, τυπογράφο, ποιητή και περιστασιακό εκδότη εφημερίδων, σκυμμένο πάνω στη λινοτυπική μηχανή του, πασαλειμμένο με  τα μελάνια, να φουμάρει «γλυκοσέρτικα», όλο να κουβεντιάζει και άλλοτε αναστενάζοντας να μονολογεί πως όχι « δεν φοβάμαι το θάνατο μοναχά αλλά και τη στιγμή που θα πάψω να διαβάζω και να μαθαίνω !».  Γι’ αυτό σας λέω, όλα μπερδεμένα τάχω. Άλλοτε από διαβάσματα, άλλοτε από  ακούσματα, άλλοτε από σκέψεις που κάνανε φωναχτά φτωχοί καροτσαραίοι, χαμάληδες της αγοράς κι εργάτριες στου «Καρέλια» όλες τους κόκκινες κλωστές δεμένες στη καρδιά μου.
Αυτός ο τόπος ο μικρός «κατωτικούς»  γεμάτος. Αυτούς που μείνανε εδώ αλώβητοι στο χρόνο χαϊδολογώντας τις ελιές να κουβαλάνε μνήμες, να βάζουν τα σημάδια τους μες στις φωλιές του ήλιου. Όλοι αυτοί που  ξέμειναν στου κόλπου τις  « μαγόνες»,  κρυμμένοι μες στα «μύστικα» πειρατικά σκαριά τους,  φτιάχνοντας  τα «καρτέρια» τους να κάνουνε ρεσάλτα, για «πρέζες» και για  πλιάτσικα κι’ άλλοι που ξεχάστηκαν στις όχθες του Παμίσου,  να πλένουν τα ποδάρια τους μέσα στον Άρη ποταμό και στης «Λιγδούς» τα μέρη. Αυτούς που συναπάντησα ψάχνοντας γι’ αρχαία τείχη και ζωγραφιές αμόλυντες, δίπλα στα «νεροπούλια», και έτυχε και τους ρώτησα για τις αρχαίες πόλεις, τους δρόμους, τα περάσματα, τους τάφους των Ατρείδων,  και όλο σημάδια κάνανε δείχνοντας στον αγέρα και πέρα προς την Άβια στου Μαίζαπου τα μέρη και σιγοψιθυρίζανε κάτι για πανοπλίες χρυσές, πως ήταν του Μαχάονα, κρυμμένες μες στους τάφους. Κι’ άλλοι στα «ελληνικά»  με στέλνανε για να βρω, μέρη  όλο κτερίσματα  και τάφους Μυκηναίων, κι’ ανάμεσα στα χτήματα τις δωρικές κολώνες και τις μετώπες των ναών πουχαν παρατημένες, και όλο μπερδευόμουνα, τίποτα να μην ξέρω,  μόνο να μονολογώ του ποιητή ΄να στίχο  που λεγε πως δεν ήξερε αν είναι όλα στάχτη ή  ενας ατέλειωτος λυγμός που βγαίνει από τη καρδιά του  ή μήπως ήτανε φως στο βούρκωμα  του τόπου....….

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΚΟΡΩΝΗ

...του μικρού μου τόπου που  κείται στην άκρη της «Πυλικής  χερσονήσου», όπου ο χρόνος νεκρός και η Κορώνη παρίσταται πλέουσα, αριστερά του εισπλέοντος, τον Μεσσηνιακό κόλπο, ηγεμόνα, μισθοφόρου ή πειρατή, ενώ δεξιά  δεσπόζουν τα γαλαζωπά βουνά της Μάνης και στο βάθος, μέσα στο σγουρό εφηβαίο του κόλπου, καμαρώνεται η Καλομμάτα  θηλάζουσα τα νερά του  σχεδόν ρέοντος,  χειμάρρου Νέδοντος. 

....Η πόλη Κορώνη, με την εκκλησιά της Παναγιάς της  «Ελεήστριας» στην « Άνω πόλη» να φέγγει, βάλσαμο  στη ψυχή των πιστών της, και η « Κάτω πόλη» με το λιμάνι της, που κάποτε, είχε τα περιβόητα στη Μεσόγειο « ναυπηγεία πλοιαρίων πειρατικών», που φτιάχνανε τα «προς καταδρομήν περιφερόμενα ένοπλα πλοία», των λαθρεμπόρων και πειρατών, τα « μύστικα, περάματα, και κλεφτρώναι ονομαζόμενα», που με αυτά οι Έλληνες πειρατές, από τα  αρχαία χρόνια αλωνίζανε τη Μεσόγειο, να βρούνε λεία, πλιάτσικα, και χρυσάφια να κλέψουνε…

ΚΟΡΩΝΕΙΑ, ΚΟΡΩΝΙΣ, ΚΟΡΩΝΗ

Η Κορώνη,  κειμένη επί  των  ερειπίων της  αρχαίας Ασίνης, όπου Δρύοπες, φυγάδες πειρατές, από την  αρχαία Αργολική πόλη Ασίνη, δομήσανε τη πόλη πάνω σε ερείπια άλλων πανάρχαιων  πόλεων με αρχηγό τον, εκ  Κορωνείας  Βοιωτό,  Επιμελίδη.
Λένε, πως ο Επιμελίδης έδωσε στη πόλη το όνομα Κορώνεια για να θυμάται τη γενέτειρά του, ενώ άλλοι πάλι λένε,  πως σκάβοντας τα θεμέλια της πόλης «επιτύχοιεν κορώνη χαλκή»,  δηλαδή βρήκε χάλκινο ανάγλυφο κουρούνας,  που κορώνη τη λέγανε τότε,  και από αυτό το πουλί πήρε το όνομά της η πόλη,  και  άλλοι λένε πως Κορωνίς λεγόταν η μητέρα του Ασκληπιού και από αυτή πήρε το όνομα της η πόλη.
Ο Παυσανίας, γράφει ότι : «Η Κορώνη είναι πόλη στα δεξιά του Παμίσου, παραθαλάσσια και κάτω από το βουνό Μαθία… Το παλιό της πόλης όνομα ήταν Αίπεια. Όταν  όμως οι Θηβαίοι επανέφεραν στην Πελοπόννησο τους Μεσσηνίους, λένε πως ο Επιμελίδης που είχε σταλεί ως οικιστής την ονόμασε Κορώνεια, γιατί ο ίδιος καταγόταν από τη βοιωτική Κορώνεια, αλλά οι οι Μεσσήνιοι όλο στραβά προφέρανε τ’ όνομα και με τον καιρό επικράτησε η λαθεμένη ονομασία. Υπάρχει όμως και μια άλλη παράδοση, που λέει πως σκάβοντας για τα θεμέλια του τείχους βρήκαν μια κορώνη  (κουρούνα) χαλκή. Για τους θεούς υπάρχουν εδώ οι ναοί της Αρτέμιδος που ονομάζεται παιδοτρόφος, του Διόνυσου και του Ασκληπιού. Στην αγορά υπάρχουν μαρμάρινα αγάλματα του Ασκληπιού και του Διόνυσου και χάλκινο άγαλμα του Διός Σωτήρα. Χάλκινο είναι και το άγαλμα της Αθηνάς στην Ακρόπολη, στημένο έξω στην ύπαιθρο και κρατά στο χέρι της κορώνη. Είδα και το τάφο του Επιμελίδη. Για ποιο λόγο το λιμάνι το ονομάζουν «των αχαιών» δεν ξέρω».
Είναι μια πόλη μικρή, χαμένη στο χρόνο, όλο σχήματα που χάραξαν πάνω της βάρβαροι, βυζαντινοί, Φράγκοι, Ισπανοί μακελάρηδες, Τούρκοι, κουρσάροι, πειρατές και άλλοι. Κλεισμένη, μέχρι τα χθες, στο περιβόητο κάστρο της, που τάφος  κρυφός και απρόσμενος έγινε κάποτε των ηγεμόνων  του  Βραουνβάϊγ  και Σαβοΐας και κείνου του περίεργου στρατηγού  Λετούρ, και πατρίδα  του Αγίου Θεοδώρου[1] του ευκλεούς  που το 1530, όταν η Ισπανία τον τίμησε με το τίτλο του κόμη, δώρισε σ’ αυτόν  το τόπο όλο, από Κορώνη μέχρι Μελιγαλά και πέρα, που δεν της ανήκε.
Η πόλη Κορώνη, με την εκκλησιά της Παναγιάς της  «Ελεήστριας» στην             «Άνω πόλη» να φέγγει, βάλσαμο  στη ψυχή των πιστών της. Και η «Κάτω πόλη» με το λιμάνι της, που κάποτε είχε τα περιβόητα στη Μεσόγειο «ναυπηγεία πλοιαρίων πειρατικών», που φτιάχνανε τα «προς καταδρομήν περιφερόμενα ένοπλα πλοία» των λαθρεμπόρων και πειρατών, τα «μύστικα, ή περάματα ή και κλεφτρώναι ονομαζόμενα», που με αυτά οι Έλληνες πειρατές, από τα  αρχαία χρόνια, αλώνιζαν τη Μεσόγειο, να βρούνε λεία, πλιάτσικα και χρυσάφια να κλέψουνε, τραγουδώντας  την ώρα της μοιρασιάς :
« Για χορεύτε, κορασίδες,
και πηδάτε, παλληκάρια
ώστε να βγει το φεγγάρι,
τα λεβέτια ‘ς το κεφάλι
το παιδί ‘ς την αμασκάλη
{κι’ απ’ εδώ παήσαν κι’ άλλοι»

Άλλοτε πάλι κάτι φωνακλάδες μαντατοφόροι γυρνάγανε στα χωριά προειδοποιώντας ότι :
«Πειρατές
Αλγερίνοι Μπαρμπερίνοι
Θα κουρσέψουν τον Αγρίλη
Φυλαχτείτε χριστιανοί!»

Σε αυτά τα ίδια καρνάγια, της  «Κάτω πόλης», ναυπηγούσαν, μέχρι τα πρώτα της Επανάστασης  χρόνια, τα μύστικα στη ναυπήγηση σκαριά των ελληνικών πειρατικών πλοίων, και όταν το 1825 με νόμο  η «Ελληνική Πολιτεία» απαγόρευσε τη ναυπήγησή τους, εκεί πάλι, συνέχισαν οι Κορωναίοι να σκαρώνουνε άλλα  πλοία, καλά για ψάρεμα και ταξίδια.  
Μπερδεύτηκαν όμως μετά, η  Άνω και Κάτω πόλη, δεν ξεχωρίζεις, και ο τόπος ξέμεινε ίδιος, όλο  λάδια, ελιές, γλυκόριζα, αμύγδαλα, και μαύρη σταφίδα, με υδρόμυλους κάποτε πολλούς, εργαστήρια κεραμικής, σαπουνάδικα, πολλά περάσματα κουρσάρων και κρυψώνες πειρατών με «καστροπολεμίτες» γεμάτη stradiott και «πολεμικούς», και  πολίτες που γέννησε η Επανάσταση και η «Ελληνική Πολιτεία».




[1] Δεν πρέπει να συγχέεται με τον Άγιο Θεόδωρο τον Ασκητή, τον καταγόμενο εκ Κορώνης, ο οποίος έζησε τον 10ο αιώνα και ασκήτευσε στα Κύθηρα που τότε είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους λόγω των συνεχών πειρατικών επιδρομών. Η μνήμη του τιμάται στα Κύθηρα στις 12 Μαΐου και γίνεται εκεί πανηγύρι. 



Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

" ΑΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΣ ",


Η φωτογραφία είναι του έτους 1966-1967, δημοσιεύτηκε στο ετήσιο Περιοδικό Δημοσίευμα του   ιστοριοδίφη Μίμη  Φερέτου,  " Μεσσηνιακά " 1968, εκδόσεις ' Αριστομένης.  


Σχετικά με τη προέλευση του ονόματος του χωριού  Ο Φερέτος σημειώνει : " Δύο εκδοχές υπάρχουν για τη προέλευση της ονομασίας του χωριού. Κατά τη πρώτη όταν οι Φράγκοι αντίκρισαν για πρώτη φορά το βάλτο της περιοχής, κατάσπαρτο από πολύχρωμα άνθη, φώναξαν " Φλάουερ, φλάουερ", και η ξένη λέξη παίρνοντας ελληνική κατάληξη επικράτησε. κατα τη δεύτερη εκδοχή, το χωριό ιδρύθηκε το 16ο αιώνα, και στην αρχή απετελείτο από δύο οικισμούς, που στα 1770 συμπτύχθήκανε σε έναν, δημιουργώντας το χωριό. Πήρε την ονομασία του από ένα πλησιόχωρο ξωκλήσι αφιερωμένο στη μνήμη των αδελφών Αγίων Φλώρου και Λαύρου, λιθοξόων,καταγομένων από τις Κυκλάδες". 
Ο « Άγιος Φλώρος»,  καταστράφηκε  ολοκληρωτικά, από τους Γερμανούς,  το Φεβρουάριο του 1944, σε αντίποινα για την επίθεση που δέχθηκε γερμανική στρατιωτική φάλαγγα.

Ο Μίμης Φερέτος γράφει ότι σε απόσταση  μισής ώρας ΒΑ του χωριού στη Δ πλευρά του βουνού  « Αλεξομάντρι» βρίσκεται ένα πολύ ενδιαφέρον από γεωλογικής, αρχαιολογικής και τουριστικής απόψεως σπήλαιο, γνωστό σαν η « Σπηλιά του Γιαννήρακα», που εξερευνήθηκε πρόχειρα το 1958 από το ίδιο και μερικούς κατοίκους της περιοχής. 
« Έχει είσοδο ύψους 1,20 μ και πλάτους 2,50 μ. Η πρώτη αίθουσα έχει βάθος 15 μ. πλάτος 6 μ  και ύψος 2,50. Ένα πλήθος από σταλακτίτες και σταλαγμίτες της προσδίδουν φαντασμαγορική όψη. Τρείς διακλαδώσεις οδηγούν σε μικρότερες αίθουσες με θολωτή οροφή, στολισμένες όμοια με αναρίθμητους σταλακτίτες και σταλαγμίτες.  Η πρώτη δεξιά της εισόδου διακλάδωση οδηγεί ανάμεσα από δύο ωραιότατους στύλους σε μία αίθουσα διαστάσεων 3/3 με μικρά πλάγια διαμερίσματα και «γαλαρία» που οδηγεί σε μεγάλο βάθος. Στη μικρή αίθουσα βρέθηκαν πολλά οστά ανθρώπων και ζώων καθώς και αρκετά θραύσματα εγχρώμων αγγείων διαφόρων εποχών, που μαρτυρούν ότι το σπήλαιο εξυπηρετούσε λατρευτικούς σκοπούς κατά το μακρινό παρελθόν. Σύμφωνα με τη προφορική παράδοση το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε στη Τουρκοκρατία και στη Γερμανική κατοχή, ως καταφύγιο και μάλιστα υπήρχε στη πρώτη αίθουσα εκκλησάκι.


Ο Φερέτος επίσης γράφει ότι :  
« Στη βορεινή πλευρά του χωριού, υπάρχουν δύο  μικρές σ’ επιφάνεια, αλλά βαθιές λίμνες, σκεπασμένες με νούφαρα και άλλα υδροχαρή φυτά. Λέγονται ‘ « Μάτια» και σ’ αυτές προσορμίζονταν κατά τους αρχαίους χρόνους τα πλοία, που έφταναν ως εδώ, αναπλέοντας τον Πάμισο. Κοντά στα « Μάτια» σώζονται ερείπια αρχαίου ιερού του Ασκληπιού και λείψανα από διάφορα οικοδομήματα, που διατηρούνται σε καλή κατάσταση μέσα στα βαλτόνερα. Στο σημείο αυτό διενήργησε ανασκαφικές έρευνες ο Σουηδός Μεσσηνιολόγος Νάταν Βαλμίν, το Σεπτέμβριο του 1933. Απεκάλυψε το ερείπιο του ιερού, μια μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή « Ασκλαπιόδωρος  Παμείσω» και άλλη που αναγράφει « Δέξιππος ευχήν επηκόω Παμείσω.
 Επίσης έφερε στο φως σημαντικά ευρήματα, όπως κούρους, αρκετά ορειχάλκινα αγαλμάτια, παριστάνοντα μικρά παιδιά με παραμορφωμένα μέλη… Τα παραπάνω αρχαιολογικά ευρήματα έχουν κατατεθεί στο Μουσείο Βασιλικού Μεσσηνίας και στο Εθνικό Μουσείο Αθηνών. Τα αποτελέσματα της ανασκαφής φανερώνουν ότι σ’ αυτή τη θέση υπήρχε, κατά τους αρχαίους χρόνους θεραπευτήριο μικρών παιδιών. Natan Valmin, The Swedish Messenia Expedition, Lonton, 1938»

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

ΑΜΦΕΙΑ

Δημοσιεύτηκε στο ετήσιο Περιοδικό Δημοσίευμα του   ιστοριοδίφη Μίμη  Φερέτου,    " Μεσσηνιακά" 1968, εκδόσεις ' Αριστομένης.