Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Η ΠΥΡΑΜΙΔΑ .



...και ξαφνικά κοιτώντας πάνω από το λόφο της ομηρικής ΄Ανθειας δυτικά πέρα προς το Λυκόδημο, μετά τη καταιγίδα, ένα  παράθυρο άνοιξε στον ορίζοντα και φάνηκε η  πυραμίδα που χρόνια τώρα δεν είχα δει........







Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

« Έλληνες είχαν τόνομα, ούτω τους ονομάζαν…»!


 Ο τόπος,  ο χρόνος και οι άνθρωποι. Όλοι αυτοί που μείνανε, να δουλεύουνε τα χώματα, πάνω στους λόφους της ΄Ανθειας, ολόγυρα στα υψώματα της Θουρίας, να κουβαλάνε τις μνήμες, να βάζουν σημάδια στα περάσματα και τους ανέμους.  Σημάδια ατέλειωτα για τους Έλληνες στρατιώτες που μαζευτήκανε παραδίπλα στο Χρυσορρόη ποταμό, να διώξουνε τους Φράγκους που κατεβαίνανε μ' ακονισμένα σίδερα να πάρουνε το τόπο, να ληστέψουν και αφανίσουν τους ανθρώπους του. Και λέγανε , πως όλος ο Μοριάς τότε είχε προσκυνήσει,  όπως γράφει ο γασμούλος ποιητής στο "Χρονικόν του Μορέως":
«εξέβησαν με τους σταυρούς ομοίως με τας εικόνας,
οι άρχοντες και το κοινό της χώρας Ανδραβίδου
και ήλθαν κ’ επροσκύνησαν τον Καμπανέση εκείνον».

Έμεναν μόνο, κείνος ο «φοβερός στρατιώτης» του Άργους, ο Λέων Σγουρός, να γυροφέρνει σκοτώνοντας Φράγκους  όπου τους έβρισκε,  και δω χάμου στη Θουρία, δίπλα στο Χρυσορέα, συντάχθηκαν οι  Έλληνες στρατιώτες που φτάσανε φερμένοι  από τη περιοχή της Οιχαλίας, τη Μάνη, τη Λακεδαίμονα, τη Τεγέα και το Λιοντάρι, να πολεμήσουνε τους Φράγκους.

« όλοι ομού εσωρεύτησαν, πεζοί και καβαλλάροι `
εκ των ζυγών των Μελιγών ήλθαν τα πεζικά τους`
ήλθαν του Λάκκου τα χωρία, στον Χρυσορέαν εσώσαν»

Και εδώ ξεγελάστηκαν οι Έλληνες. Δεν κάνανε τον  "εκ παραδρομής πόλεμο" που ξέρανε από τους πατεράδες τους. Πολλοί αυτοί και λίγοι οι Φράγκοι. Γι' αυτό, το πήρανε «ξέσκουρα», που λένε,  και δεν στήσανε ενέδρες, ούτε «χωσιές» τη νύκτα, δεν χρησιμοποιήσανε το "δόλο" που συνηθίζανε στη πολεμική τους.
 Ξεχάσανε τους δασκάλους τους, που λέγανε ότι:  « για τους Έλληνες η τακτική της νίκης στο πόλεμο, πάντα ήταν έργο ευφυΐας μάλλον παρά γενναιότητας»
Ακούγανε μόνο τους Φράγκους που σαν   σκυλιά αλυχτούσαν και φοβισμένοι  ερχόντουσαν   βρίζοντας:
 « …οι Ρωμαίοι ουδέν ένε στρατιώταις
να πολεμούν εις πρόσωπον ωσάν εμείς οι Φράγκοι`
διατί έχουν πονηριάν και πολεμούν με τέχνην»

Λίγοι  οι Φράγκοι, οκτακόσιοι περίπου, και πολλοί οι Έλληνες γύρω στις 4.000 χιλιάδες, γι’ αυτό και παρασύρθηκαν οι Έλληνες. 
Κάτι νταήδες  ορμήσανε πρώτα και χτυπήσανε κατά μέτωπο τους Φράγκους, παρασέρνοντας  και τους άλλους, πριν  ακούσουν τους αρχηγούς τους, πριν ακόμα προλάβουν να σκεφτούνε κάνανε μετωπική σύγκρουση. 
Τότε γίνηκε το μεγάλο κακό.  Νικήσανε οι Φράγκοι και πήρανε ολάκερο το Μοριά για νάχει  κείνος ο γασμούλος  ποιητής να λέει και να καυχιέται :
« Τι να σε λέγω τα πολλά και τι το διαφορόν μου;
τον πόλεμον εκέρδισαν ετότε εκείν' οι Φράγκοι`
όλους εκατασφάξασιν, ολίγοι τους εφύγαν».

Γι’ αυτό, περιδιαβαίνοντας εκεί, έξω από τη Θουρία, όπου δεν έφτασε ακόμα η δολοφόνα χέρα των γραικύλων να καταστρέψει, ολόγυρα στο Χρυσορρόη, θα δούμε τ’ αχνάρια των Μυκηναίων. Ίσως να νιώσουμε κάτι από την ιστορία που γράφτηκε εδώ και ας μην υπάρχει μνήμη. Ίσως να διακρίνουμε τα πατήματα των Δωριέων και τα αρχαία μονοπάτια τους. Μπορεί και ν’ ακούσουμε τις κλαγγές των όπλων και δούμε να σηκώνεται ο μπουχός από τα αλόγατα των πολεμιστών που τρέχανε πολεμώντας δίπλα στο Χρυσορρόη, κάτω από τους λόφους της Αιθαίας, της Αίπειας και της Άνθειας, παραδίπλα στα  «Λουτρά», πάνω στα λιθόστρωτα, στις «κάτω πόλεις» του μεσσηνιακού κάμπου μέχρι τον « Θουριάτη κόλπο». 
Να θυμηθούμε πρέπει, πως απ' όλο το Μοριά μόνο εδώ στη Θουρία, ολόγυρα στο Χρυσορρόη, για πρώτη και τελευταία φορά, μαζεύτηκαν οι ΄Ελληνες να πολεμήσουν τους Φράγκους που κατέβαιναν να κατακτήσουν τα χώματά τους. Ήταν τέσσερις χιλιάδες αμαρτωλοί,  μανιχαίοι, Έλληνες όλοι, «κατωτικοί», Μανιάτες.
« .....εκείνοι της Βελιγοστής, της Λακοδαιμονίας,
όλοι ομού σωρεύτηκαν, πεζοί και καβαλλάροι`
εκ των ζυγών των Μελιγών ήλθαν τα πεζικά τους`
ήλθαν του Λάκκου τα χωρία, στον Χρυσορέαν εσώσαν,
..........................................................................
Ήσαν χιλιάδες τέσσαρες, πεζοί και καβαλλάροι...
.............................................................................
«Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ονόμαζαν,
πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμα το κρατούσιν.»

Έλληνες είχαν τ' όνομα, πεζοί και καβαλλάροι, που «Ρωμιούς» τους λέγανε μόνο για να τους βρίζουν, γι’ αυτό και ο σοφός Κοραής φώναζε πολλά χρόνια μετά, ότι:  
«επρόκρινα το Γραικοί και ως ιστορικώς παλαιότερον και διότι ούτω μας ονομάζουσι όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης. Αν προκρίνης το Έλλην ονομάζου Έλλην, αλλά μη δια τους οικτιρμούς του θεού Ρωμαίος, διότι οι Ρωμαίοι πρώτοι μας εστέρησαν την ολίγην ελευθερίαν , την οποίαν μας αφήκαν της Ελλάδος αι διχόνιαι».

Σημείωση : 
"γασμούλος"  έτσι βρίζανε οι Ελληνες τους γεννημένους από Ελληνίδα μάνα και Φράγκο πατέρα.  ( βλ. και μούλος, μούλα).  

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

ΦΑΡΑΙ







Αυτή τη πόλη ο Όμηρος  την λέει « ευκτισμένη», που πά να πει ωριόκτιστη με κτίρια και παλάτια, δρόμους μεγάλους κι' ανοιχτούς, με ναυτικούς περίσσιους που με τα μαύρα πλοία τους μαζεύανε χρυσάφια και πλιάτσικα ένα σωρό και κλέβανε φοράδες, αλόγατα και πρόβατα, κ’ είχε η πόλη όλη ανάκτορα θεόκτιστα και λαμπερά παλάτια και βασιλιά το Διοκλή που και οι δύο γιοι του σκοτώθηκαν στο Ίλιο απ’ του Αινεία τα χέρια.
Και αφηγείται ο Όμηρος πως σε αυτή τη πόλη :



     Κι’ ο ήλιος ως πήρε και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι
Φτασμένοι στη Φηρή βρεθήκανε, μπρος στου Διοκλή το σπίτι,
Που ήταν ο γιος του ρήγα Ορτίλοχου και τ’ Αλφειού τ’ αγγόνι.
Αυτός εκεί τους καλοσκάμνισε και πέρασαν τη νύχτα"

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή)




















Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη







Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη
Ζέψαν τ’ αλόγατα κι ανέβηκαν στο πλουμισμένο αμάξι,
Και βγήκαν έξω από την αυλόπορτα και το βουερό χαγιάτι.
Δίνει βιτσιά να φύγουν τ’ αλόγα,, κι αυτά, γοργά ως πετούσαν,
Σε λίγο φτάσαν στο πολύσταρο τον κάμπο και τελεύαν
Το δρόμο μ’ τέτοια ορμή τ’ αλόγατα τα γρήγορα τους σέρναν


Και πήρε ο γήλιος και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι».








Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΘΟΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΡΡΟΗΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

ο "Χρυσορρόης" ποταμός,

 Ογδοήκοντα στάδια μακριά, από τη παραλία των Φαρών, "εν μεσογαίω", κάπως έτσι γράφει ο Παυσανίας, ορίζοντας το τόπο που έρεε ο "Χρυσορρόης" ποταμός, που είναι ακόμα εκεί.  μόνο  έτσι σήμερα γεμάτος τσιμέντο, ορόσημο γίνεται ενός εφιάλτη  από το πέρασμα των Φράγκων και των γραικύλων,
Γι΄αυτό και πάλι να φύγεις θέλεις, να μη βλέπεις αυτό το βιασμό της φύσης, της μνήμης και της ιστορίας`  να χαθείς πάνω στους κοντινούς λόφους,   να βρεις τα σημάδια από τις αρχαίες πόλεις,  τα ερείπια από τους ναούς, τα θέατρα και τα κάστρα των Μυκηναίων  και δίπλα τους τ’ άλλα  μεγάλα τείχη  που έχτισε ο μεγάλος Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας, 
Να συλλογιστείς θέλεις, κει πάνω στους λόφους, "στα Ελληνικά" παραδίπλα  στα «Καταφύγια»  που λένε οι χωριάτες του Μυκηναϊκούς τάφους όπου, αποθέτανε λατρευτικά οι Ατρείδες τους νεκρούς τους. 
Να βηματίσεις παραδίπλα στ’  αχνάρια που άφησαν  Μεσσήνιοι φυγάδες, Δωριείς, και πιο ψηλά να βρεις τις γραφές από τα περάσματα του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα πούβαζε "μεσ' το θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι" πρωτοξεκινώντας την Επανάσταση του 1821.... 




 Ο "ΧΡΥΣΟΡΡΟΗΣ",  το "τζιρόρεμα" που λένε  σήμερα  οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, βορινά, πριν το γεφυράκι που υπάρχει εκεί και πριν διασχίσει την Θουρία,  ντροπιαστικά γεμάτος πλαστικές σακούλες και απορρίμματα,     και ας το ξέρανε, από παλιά, οι ντόπιοι, πως χρυσάφια κατέβαζε με τα νερά του ! (φωτ. 30-10-2013).

Όλοι το ξέρανε,  πως κατέβαζε με τα νερά του, ψήγματα χρυσού, και τρέχανε οι γυναίκες και παιδιά και ηλικιωμένοι,   με κρησάρες, τσιμπιδάκια και  δακτυλήθρες, και  μαζεύαν κόκκους χρυσού, να παγαίνουνε μετά στη Καλαμάτα, να πουλάνε, στους σαράφηδες και χρυσοχόους, για το χαρτζιλίκι τους.
Έτσι γινότανε μέχρι το 1945 περίπου. Μου τόλεγε ο πατέρας μου που γεννημένος στην ΄Ανθεια ήτανε, και τα ίδια μου λέγανε μετά, ο μπάρμπα Αντώνης και ο Ντίνος Ζέρβας στην Άνθεια, που όλο υποσχέσεις ήτανε πως θα  μου δείξουν  και το μέρος που μαζεύανε τους κόκκους χρυσού, κει κάτω στην καθαρή άμμο που σωρευότανε στην άκρες του «Ξερίλα»,   κάτω από το εκκλησάκι  των "Αγίων Αναργύρων", και υπολείμματα πέτρινων πάγκων, δίπλα στο εκκλησάκι, που λέγανε πως εκεί επεξεργασία κάνανε οι Μυκηναίοι που συνήθειο είχανε να "χρυσώνουνε" τους νεκρούς τους, και για κάτι "κατακόμβες" μιλάγανε κάτω από το εκκλησάκι, αλλά εγώ χρόνο δεν είχα, να τρέχω στις ερημιές, μέχρι που δεν προλάβαμε, γιατί  εκείνοι φύγανε  για το μεγάλο ταξίδι και χάθηκε η γνώση και οι ιστορίες τους.
Όμως να το ξέρετε, ας έχει ξεχαστεί, ότι το 1899 ο Αναστ. Κουτουμάνος  είχε στείλει ψήγματα χρυσού από το "Χρυσορρόη",  στον τότε Υπουργό Οικονομικών  Σιμόπουλο, να τα δούνε οι Αθηναίοι να τα ξετάσουνε, μήπως ενδιαφερθεί κανείς και στείλουν  ειδικούς  να ελέγξουν  αν υπάρχει κοίτασμα και πόσο εκμεταλλεύσιμο  είναι. 
Τίποτα όμως ποτέ δεν έγινε  και το 1908 ο  Κουτουμάνος  σε αναφορά του γράφει ότι :

 « Ουδαμού ανεγράφετο και ουδείς εγίγνωσκεν  ότι εν τη περιφερεία των Καλαμών κατά προϊστορικούς  χρόνους διενεργείτο μεγάλη παραγωγή σιδήρου και δη χάλυβος αρίστης ποιότητος, και ημείς αφορμήν… λαβόντες προς εξερεύνησιν και εξήγησιν των …..της Θουρίας, ανευρισκομένων ψηγμάτων καθαρού χρυσού ...ηναγκάσθημεν  να προβώμεν εις  Γεωλογικάς και ορυκτολογικάς, κατά το εφικτόν ημών, μελέτας, εξ’ ων προέκυψε και η ανέυρεσις του…  μαγγανιομιγούς σιδήρου, εξ’ ούτινος μεγάλην, καθ’ α εξάγεται εκ των εν αυτώ συναντωμένων στοών, εν αις καταφανέστατα τα ίχνη της σμίλης των αρχαίων, ποσότητα εξήγαγον οι αρχαίοι......».


Και  ευτυχώς!, ποτέ, τίποτα δε γινότανε, κανένα ενδιαφέρον από κανέναν  υπήρξε, και καλλίτερα που γίνηκε έτσι,  να μένει δηλαδή  ο τόπος ανέγγιχτος, μέσα στην εγκατάλειψη και τη σιωπή και τη λησμονιά του,  γιατί μόνο έτσι σωζόταν από το Κράτος των Αθηνών, που θα ΄ρχότανε  μόνο να πάρει, ληστεύοντας και καταστρέφοντας , όπως γινότανε  πάντοτε σε τούτο το τόπο... 
Και συνέχισε ο  Κουτουμάνος να γράφει, να  βασανίζεται, να θυμίζει και να ενοχλεί με τις αναφορές του, ακόμα και το 1938 γράφοντας ότι :

«...Νυν με αφετηρία πάλιν τας Καλάμας ας κατευθυνθώμεν προς δυσμάς  διασχίζοντες την ερυβώλακα Μεσσηνίαν… Εάν διέλθωμεν δια Θουρίας…. Θα ακούσωμεν παρά τούτων, ότι εν  τοις ρείθροις των εκεί και παρά ταις οικίαις της  δυτικής πλευράς χειμάρρου συναντώνται από παλαιών χρόνων ψήγματα χρυσού κατειργασμένου εις σχήματα  ακίδων, φυλλαρίων, αλυσίδων, διατρήτων χανδρών κτλ.    εξ' ων και εγώ αυτός εκεί που δια πλύσεως της    άμμου, ην έλαβον…. εντός    κεκλιμένης σκάφης εύρον, άτινα και απέστειλα…τω αειμνήστω Αναργ. Σιμόπούλω,  Υπουργώ τότε των Οικονομικών. Επίσης εις ολίγην από  του ειρημένου χωρίου απόστασιν και εις θέσιν  «Ελληνικά» ανεύρον τότε μεγαλοπρεπή δεξαμενήν  λελαξευμένην επί συμπαγούς ψαμμίτου, και προσέτι   ενιαχού του εκεί ελαιώνος εύρον υδροσωλήνας μετά  αφθόνου υλικού πηλίνων συμφυρμάτων...». 

 Όλοι λοιπόν ξέρανε για το χρυσό, ακόμα και κείνος ο περίφημος παλιός θουριάτης γιατρός, ο  "γέρο Τσάκαλος" θυμότανε, μέχρι το 1975, το χρυσό που κατέβαζε με τις βροχές ο «Ξερίλας» δημοσιεύοντας  τότε στις εφημερίδες ότι :

 «Ενθυμούμαι...ότι εις τον Ξερίλα αυτό, μετά τα πρωτοβρόχια, πήγαιναν ορισμένοι κάτοικοι της περιοχής και μάζευαν ψήγματα χρυσού….Τα ψήγματα αυτά του χρυσού τα εμάζευαν άλλοι με τσιμπιδάκια και άλλοι με βελόνες και τα τοποθετούσαν μέσα σε δαχτυλήθρες του ραψίματος. Όταν εμάζευαν αρκετή ποσότητα, την πουλούσαν στους χρυσοχόους, ιδίως της Καλαμάτας. Περιοχή την οποία προτιμούσαν για το μάζεμα των ψηγμάτων ήτανε τα μέρη της κοίτης του Ξερίλα που βρισκόταν στο ύψος της μονής Αγίων Αναργύρων. Διαλέγανε χώρους μέσα στη κοίτη, κοντά στις όχθες του χειμάρρου και σε λακκούβες με άμμο. Φαίνεται πως εκεί ευρίσκανε τα περισσότερα ψήγματα χρυσού».

Και είναι ο Χρυσορρόης, που "ξερίλα" τον λένε σήμερα, κολοβωμένος, και άγνωστο γιατί, τεχνικό τσιμεντένιο έργο  έγινε,  τσιμεντένιος ανοιχτός οχετός, να τρέχουνε «τα όμβρια» και άλλα ύδατα, όπως κάνανε και στο Νέδοντα ποταμοχείμαρρο  της Καλαμάτας,  γιατί φαίνεται  έτσι  πια, συνηθίζουν να κάνουνε στα  ποτάμια, στο τόπο. στη μνήμη και την ιστορία μας, οι ανά τετραετία εκλεγόμενοι άρχοντες ,  γραικύλοι…



Ο Χρυσορρόης,  από τα βορινά, μετά το γεφυράκι,  μπαίνοντας στη  Θουρία, όπως  "τσιμενταρισμένος" είναι σήμερα! φωτο 30-10-2013)




ΘΟΥΡΙΑ: Μια υπέροχη "θουριάτικη" αρχιτεκτονική, σημαδεύεται 
οικτρά από το μπετονένιο "ξερίλα".( φωτο 30-10-2013)

Σημειώσεις : 
1/ο γιατρός, Δημήτριος Τσάκαλος  γεννήθηκε στη Θουρία το 1902 και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στη συνέχεια σπούδασε φυματιολόγος στην Ελβετία. Έγραψε πολλά επιστημονικά συγγράμματα και ήταν γνωστός μεγάλου κύρους επιστήμονας. Άγνωστος και απόλυτα ξεχασμένος σήμερα.
2/Υπάρχει η άποψη ότι τα ψήγματα χρυσού, που μαζεύαν οι χωριάτες της περιοχής, τα περισσότερα ήταν κατεργασμένα, γεγονός που γεννά την υποψία ή βεβαιότητα ότι, τα ψήγματα χρυσού ήταν φερτά με τα νερά του χειμάρρου που έρεαν μέσα από μυκηναϊκούς τάφους που σπαρμένος ο τόπος.







Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΘΟΥΡΙΑΤΗΣ ΛΟΓΟΣ.



Ο  τόπος και τα σημάδια του, τα χρώματα κ’ οι άνθρωποί του, όλα αυτά χαραγμένα πάνω, στη διπλή ανάταση της Ιθώμης, στο μέτωπο του Ιθωμάτα Δία  που λένε πως ζούσε ακόμα, μέσα στα νερά της κλεψύδρας, πίσω από τα τείχη της Μεσσήνης, στις φλέβες του Παμίσου, στους λόφους της Άνθειας, στο Χρυσορρόη ποταμό, τη Πύλο, τη Κορώνη, την Α βία και τις Φαρές, μέχρι κει κάτω στη Μακαρία γη και Θουριάτη κόλπο.
Ο τόπος μου, γεμάτος μνήμες, σπαράγματα αλλοτινών εποχών, μύθους και παραμύθια. Όλα σε μια αδιάσπαστη συνέχεια  να ζυμώνονται γύρω μου, μέσα στα χώματα και τους ανθρώπους που συνεχίζουν  να μιλάνε την ίδια γλώσσα, που μίλαγε ο Όμηρος, τις ίδιες παραδόσεις φέρνουνε, για δημοκρατία, τους σοφούς, τον Πλάτωνα, και Αριστοτέλη, το Μεγαλέξανδρο και Διγενή Ακρίτα, την Πόλη και τους Φράγκους. Τον ίδιο ίσκιο ρίχνει, κρεμάμενο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, το πολύχρωμο γαλαζωπό βουνό «Καλάθι», την ίδια θάλασσα αντικρίζουμε, αν και γεμάτη πίσσες και απορρίμματα, τους ίδιους «δίδυμους ύβους» της Ιθώμης ατενίζουμε και  πάνω τους τον Iθωμάτα Δία,  μεσ’ από τα πανάρχαια χρόνια,  που ομίχλη γίνανε κι’ απέραντος ουρανός.
O μικρός μου τόπος, που αιώνες τώρα μένουν, τα ίδια ονόματα να τον χαράζουν, μαζί με παραμύθια για τον Αριστόδημο και Αριστομένη, τους Πελοποννησιακούς Πολέμους, τον AηΓιώργη και AηΔημήτρη με τα κοντάρια τους, τον Άγιο Νίκωνα «τον Μετανοείτε» που μακέλεψε τους Μανιάτες να κάνει χριστιανούς, το αντάρτικο στον Ταΰγετο, τους χιλιάδες πολίτες που σφαγιάσανε Γερμανοί και ταγματασφαλίτες ολόγυρα στο Νέδοντα..
Αυτός ο τόπος, που στη ψυχή του μέσα έχει ακόμα το  Κολοκοτρώνη και Παπαφλέσσα, τον Γκρίτζαλη και Tζαμαλή, τον Πλήθωνα Γεμιστό, τον Νικολάου Μεθώνης, το γένος ολάκερο ατέλειωτο ποτάμι να ξεχύνεται γύρω μας στους αιώνες των αιώνων. Και θυμάμαι τη γιαγιά μου, από το Mπρίκι της  «Μέσα Μάνης»  που με λαχτάρα  φώναζε, σαν γύριζα απ’ το  σχολειό μου,     « καλόστoνε το κούρο μου!» και μέτραγε το χρόνο από τον AηΓιώργη έως τον AηΔημήτρη. Τη θυμάμαι τη γριά μανιάτισσα, που πονάγανε τα βαθειά γεράματα, κι’ όλο  βλαστήμαγε  « Μα το Διά !» παγαίνοντας ν’ ανάψει τα καντήλια στο βυζαντινό εκκλησάκι, κει πέρα στον Kάμπο, πώχει στον τρούλο τον Παντοκράτορα και ολόγυρά του, σα στεφάνι, τα «ζώδια»  ζωγραφισμένα. Θυμάμαι ακόμα, κείνο το μανιάτη πειρατή,  το γέρο Λεωνίδα, τυπογράφο, ποιητή και περιστασιακό εκδότη εφημερίδων, σκυμμένο πάνω στη λινοτυπική μηχανή του, πασαλειμμένο με  τα μελάνια, να φουμάρει «γλυκοσέρτικα», όλο να κουβεντιάζει και άλλοτε αναστενάζοντας να μονολογεί πως όχι « δεν φοβάμαι το θάνατο μοναχά αλλά και τη στιγμή που θα πάψω να διαβάζω και να μαθαίνω !».  Γι’ αυτό σας λέω, όλα μπερδεμένα τάχω. Άλλοτε από διαβάσματα, άλλοτε από  ακούσματα, άλλοτε από σκέψεις που κάνανε φωναχτά φτωχοί καροτσαραίοι, χαμάληδες της αγοράς κι εργάτριες στου «Καρέλια» όλες τους κόκκινες κλωστές δεμένες στη καρδιά μου.
Αυτός ο τόπος ο μικρός «κατωτικούς»  γεμάτος. Αυτούς που μείνανε εδώ αλώβητοι στο χρόνο χαϊδολογώντας τις ελιές να κουβαλάνε μνήμες, να βάζουν τα σημάδια τους μες στις φωλιές του ήλιου. Όλοι αυτοί που  ξέμειναν στου κόλπου τις  « μαγόνες»,  κρυμμένοι μες στα «μύστικα» πειρατικά σκαριά τους,  φτιάχνοντας  τα «καρτέρια» τους να κάνουνε ρεσάλτα, για «πρέζες» και για  πλιάτσικα κι’ άλλοι που ξεχάστηκαν στις όχθες του Παμίσου,  να πλένουν τα ποδάρια τους μέσα στον Άρη ποταμό και στης «Λιγδούς» τα μέρη. Αυτούς που συναπάντησα ψάχνοντας γι’ αρχαία τείχη και ζωγραφιές αμόλυντες, δίπλα στα «νεροπούλια», και έτυχε και τους ρώτησα για τις αρχαίες πόλεις, τους δρόμους, τα περάσματα, τους τάφους των Ατρείδων,  και όλο σημάδια κάνανε δείχνοντας στον αγέρα και πέρα προς την Άβια στου Μαίζαπου τα μέρη και σιγοψιθυρίζανε κάτι για πανοπλίες χρυσές, πως ήταν του Μαχάονα, κρυμμένες μες στους τάφους. Κι’ άλλοι στα «ελληνικά»  με στέλνανε για να βρω, μέρη  όλο κτερίσματα  και τάφους Μυκηναίων, κι’ ανάμεσα στα χτήματα τις δωρικές κολώνες και τις μετώπες των ναών πουχαν παρατημένες, και όλο μπερδευόμουνα, τίποτα να μην ξέρω,  μόνο να μονολογώ του ποιητή ΄να στίχο  που λεγε πως δεν ήξερε αν είναι όλα στάχτη ή  ενας ατέλειωτος λυγμός που βγαίνει από τη καρδιά του  ή μήπως ήτανε φως στο βούρκωμα  του τόπου....….